Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά.
Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους.
Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες.

               Κι όμως, τελικά... Τίποτε από εμένα δε φαίνεται.

Κι άλλωστε -αυτό ποτέ μην το ξεχνάτε- οι ήρωες των έργων ενός συγγραφέα είναι δικά του και μόνο δικά του παιδιά* κανένας δεν μπορεί να του τα πάρει.

 

 

Άδεια Creative Commons
Αυτό το εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά προέλευσης 3.0 Ελλάδα .

Είστε εδώ :: Αρχική Σελίδα » Βιβλία στο Διαδίκτυο » Τα δώρα που αξιώθηκα με περιμένουν... -Διήγημσ

Τα δώρα που αξιώθηκα με περιμένουν...





Το σπίτι έχει ποτιστεί με τη μυρωδιά των Χριστουγέννων –καμένη ζάχαρη, βούτυρο γάλακτος και μπουκετάκια με υποκίτρινα ζουμπούλια.
Ήχοι γνωστοί που είχαν κοντέψει να ξεχαστούνε –μαχαιροπήρουνα που βγαίνουν από τα συρτάρια τους, κρυστάλλινα ποτήρια που πλένονται, ο ήχος από το μοτεράκι του ηλεκτρικού ψυγείου και από το ραδιόφωνο τραγούδια με λέξεις μαγικές μέσα στην απλότητά τους.
Περπατώ ξυπόλητος πάνω σε χαλιά που λαμποκοπάνε –καμπύλες που σχηματίζονται από χρώματα, εικόνες που δημιουργούνε προσωπικά παραμύθια και τα δάχτυλα που ερεθίζονται από το τρυφερό τσίμπημα κοντοκουρεμένου μαλλιού.
Τα έπιπλα έχουν φορέσει τα καλά τους –τα καλύμματα με τα ζεστά χρώματα του καφέ και του κόκκινου, οι ξύλινες επιφάνειες να αντανακλούν τις δισταχτικές ηλιαχτίδες του Δεκέμβρη, στις εταζέρες τα μπιμπελό να υπόσχονται ταξίδια στις χώρες μιας οικογενειακής μυθολογίας.
Είναι ζεστά μέσα στο σπίτι. Έξω το κρύο, ίσως οι στάλες της βροχής, το γκρίζο μιας συννεφιάς που την περιγράφουν οι διπλές κουρτίνες των παραθύρων.
Και στη γωνιά του σαλονιού, το ψεύτικο δεντράκι των Χριστουγέννων. Πολύχρωμα λαμπάκια, χρυσές μπλίρες και μικρά αντικείμενα πασπαλισμένα με ασημόσκονη και ολοστρόγγυλες μπάλες στις πλέον λαμπερές αποχρώσεις του κόκκινου, το μπλε, του κίτρινου…
Το δέντρο πάνω στο πολυγωνικό, μαύρο τραπεζάκι και στη βάση του η φάτνη –μικρός Χριστούλης, μικρή Παναγιά, λιλιπούτειοι μάγοι και βοσκοί και τα ζωάκια μιας εξοχής, τόσο μακρινής από το δρόμο της γειτονιάς των παιδικών μου χρόνων.
Εγώ παιδί –παιδί που βλέπει με το θάμπος του ενήλικου που έχει επιστρέψει στην απλότητα των περασμένων εποχών. Μνήμη ενός άντρα πίσω από το βλέμμα ενός αγοριού.
Και σπαρμένο το πάτωμα με κουτιά –δώρα τυλιγμένα σε πολύχρωμα, κρουστά χαρτιά. Τα δώρα που κρύβουν ότι θα με συντρόφευε στην μελλοντική ζωή μου, στη ζωή που ήδη μεγάλο μέρος της έχει πια γίνει παρελθόν.
Δώρα του μέλλοντος που τα ανοίγω όταν πλέον έχουν μετατραπεί σε στοιχεία, σταθμούς του παρελθόντος μου.
Γονατίζω και η πράσινη robe de chambre ανοίγει στο ύψος των γονάτων και η φανελένια πιζάμα ερωτοτροπεί με το κοντοκουρεμένο πέλος της μπουχάρας.
Και τα δάχτυλα αφήνονται να πρωταγωνιστήσουν στην ιεροτελεστία των μελλοντικών αποκαλύψεων, που έχω ήδη αξιωθεί να ζήσω.
Από το πρώτο κουτί θα βγει το νανούρισμα της μητέρας.
Από το δεύτερο, τα κυριακάτικα πρωινά στο διπλό κρεβάτι, κρυμμένος μέσα στο στέρνο του πατέρα.
Το τρίτο έχει την έκπληξη της πρώτης γραφής και τη χαρά των πρώτων λέξεων που διάβασα –Έλα Λόλα…
Σε άλλο κουτί το ξεφωνητό του παιχνιδιού μια βραδιά ενός καλοκαιριού στη Νέα Ερυθραία.
Το κύμα στην αμμουδιά της Βουλιαγμένης, τα ξύσματα του faber μολυβιού, οι λεκέδες από μελάνι στα δάχτυλα του δεξιού χεριού, το ανατρίχιασμα της γλώσσας καθώς ρουφά το ice cream soda στα τραπεζάκια της Φωκίωνος Νέγρη.
Τυλιγμένο σε εφημερίδες το δώρο του παππού –ένα ποδήλατο να διασχίζει το πάρκο δίπλα σε μια προκυμαία.
Και γύρω μου μαζεύονται τσαλακωμένα χαρτιά περιτυλίγματος και τα άδεια κουτιά αυξάνονται, μα πόσα ακόμα που δεν άνοιξα με περιμένουν!…
Οι εικόνες από το πρώτο βιβλίο που αγάπησα, οι κιτρινισμένες σελίδες με το πρώτο μου συγγραφικό σχεδίασμα, τα βήματα του ταγκό έτσι όπως τα χαράζανε τα πασουμάκια της θείας, οι δίσκοι των 33 στροφών και το τρέμουλο στο στέρνο ενός έφηβου καθώς ακούμπαγε στα σκληρά στηθάκια μιας κοπελίτσας.
Ανοίγω τώρα ένα κουτί δεμένο με κίτρινο φιόγκο –το επιτραπέζιο φωτιστικό έχει κουράσει τα μάτια του νεαρού που προσπαθεί να μπει στο πανεπιστήμιο.
Με γαλάζια κορδέλα στολισμένο των πακέτο του ξενύχτη φοιτητή και αμέσως μετά τα δάχτυλα χώνονται στην άμμο ενός καλοκαιριού στη Σκιάθο.
Κατακόκκινο το δεματάκι με το φιλί της αγάπης και το αυγουστιάτικο φεγγάρι φωτίζει τον αθηναϊκό λόφο που φιλοξενεί το πρώτο "σ΄ αγαπώ".
Καμπανούλες παίζουνε το τραγούδι του έρωτα. Και σε δίδυμα κουτιά στολισμένα με ολόλευκες μαργαρίτες, με περιμένουν τα πρώτα λογάκια των παιδιών μου…
Πακέτα με βιβλία –βιβλία που αγάπησα, βιβλία που έγραψα… και ξάφνου το ομοίωμα μιας βιτρίνας βιβλιοπωλείου και το σκίρτημα της καρδιάς που πανηγυρίζει το πρώτο της επίτευγμα.
Τα γόνατά μου μουδιάσανε. Λέω να ανασηκωθώ. Σηκώνομαι… Υπάρχουν και άλλα δώρα που δεν άνοιξα; Δώρα που κρύβουνε τις ευχές που αξιώθηκα…
Κοιτώ τριγύρω μου… Το δωμάτιο μεταβάλλεται, οι μυρωδιές σβήνουν, οι ήχοι διαφοροποιούνται… Πάντα όμως Χριστούγεννα… Κλείνω τα βλέφαρα. Απλώνω τα χέρια. Αγγίζω τα νέα κουτιά, πακέτα νέα… Οι κρυμμένες ευχές του μέλλοντος με περιμένουν…
Και του χρόνου
©2017 www.kontoleon.gr All rights Reserved - Created by interneti.gr