Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά.
Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους.
Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες.

               Κι όμως, τελικά... Τίποτε από εμένα δε φαίνεται.

Κι άλλωστε -αυτό ποτέ μην το ξεχνάτε- οι ήρωες των έργων ενός συγγραφέα είναι δικά του και μόνο δικά του παιδιά* κανένας δεν μπορεί να του τα πάρει.

 

 

Άδεια Creative Commons
Αυτό το εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά προέλευσης 3.0 Ελλάδα .

Είστε εδώ :: Αρχική Σελίδα » Τι γράφω αυτόν τον καιρό

Αμαρτωλή Πόλη

 

Ένα CrossOver Μυθιστόρημα

 

Στη λεωφόρο ακίνητα αυτοκίνητα.

Στα καλώδια του ηλεκτρικού λίγο πιο πριν, κάποια πουλιά.

Τρομάξανε... Πετάξανε. Τα καλώδια τώρα γυμνά.

Κάποιο τροχαίο, κορναρίσματα, φρεναρίσματα και ξαφνικά μποτιλιάρισμα και στις τέσσερις λωρίδες.

Στην αριστερή  το μαύρο Citroen - εκεί μέσα με τη βία την είχαν σπρώξει. Την Στεφανία.

Στο μαύρο Citroen, τώρα. Με τα μαύρα, τα φιμέ τζάμια. Δεν την βλέπει κανείς την Στεφανία. Μόνο εκείνη μπορεί να δει.

Βλέπει. Από πίσω  ένα κίτρινο βαν* μπροστά μια κόκκινη Μπεμβέ και

στο πίσω κάθισμα ένα κορίτσι...

Κι  η Στεφανία στο πίσω κάθισμα κι αυτή. Δεν είναι όμως μόνη.

Δίπλας της ο άλλος άντρας - αυτός ο κοντός που μυρίζει η ανάσα του. Και ο ιδρώτας του. Στο πίσω κάθισμα κι αυτός.

Μπροστά από τη Στεφανία, ο οδηγός.

«Τι ρε γαμώτο...» τον ακούει να φτύνει μέσα από τα δόντια του. Βλέπει το ξυρισμένο κρανίο του και πίσω από τα αυτιά του τους βραχίονες από τα γυαλιά ηλίου. Είναι λεπτός. Και ψηλός -έτσι τον είχε μετρήσει η Στεφανία όταν την αγκάλιαζε και το σώμα του κάλυπτε το δικό της.

Τώρα η Στεφανία  προσέχει και το τατουάζ πίσω από το αυτί του -κεφάλι φιδιού.

Πιο πριν δεν το είχε προσέξει.

Λεπτομέρειες δεν πρόσεχε, όταν...

Μόνο οι μυρωδιές νικούσαν την αποξένωσή της.

Η μυρωδιά αυτού του άντρα... Πριν από λίγο, όπως και τώρα. Κέδρος, σανταλόξυλο, αρμπαρόριζα...  Ένα after save.

 

«Ποιος παπάρας, πάλι;...» σχολιάζει ο κοντός από δίπλα της. Ανοίγει το παράθυρο της πίσω πόρτας. Βγάζει το κεφάλι να δει.

Μέσα στο αυτοκίνητο μπουκάρει ο θόρυβος από τα κορναρίσματα. Βρώμα από τα βογγητά των εξατμίσεων. Εξολοθρεύεται η οσμή του κέδρου. Μόνο μνήμη της αρμπαρόριζας.

Η Στεφανία -αποφασίζει!- γραπώνει το χερούλι της δικιάς της πόρτας. Δειλιάζει για δευτερόλεπτο... Τα ακροδάχτυλα πανιάζουν. Οι βλεφαρίδες τρέμουνε.  Ένας άλλος ιδρώτας κυλά στη ραχοκοκαλιά της. Κρύος ιδρώτας... Της τόλμης.

Η παλάμη με αυτόνομη αποφασιστικότητα σφίγγει το χερούλι,  το τραβά. Το μπράτσο παίρνει θάρρος, σπρώχνει.

Άνοιξε η πόρτα.

Απότομα ανοίγει, χτυπά στις σιδερένιες διαχωριστικές μπάρες.

Ακούει το γδούπο η Στεφανία -τώρα κι η ίδια  έξω από το αυτοκίνητο.

Πάνω στις ίδιες εκείνες μπάρες πέφτει, ελαφρά γδέρνεται ο αγκώνας της...  Αδιαφορεί.  

Σπρώχνει το σώμα της, περνά ανάμεσα στο πίσω προφυλακτήρα του Citroen και στα φανάρια της Μπεμβέ -στο πίσω κάθισμα το κορίτσι φορά ακουστικά, κρατά το κινητό στα χέρια της...

Το τζιν της Στεφανίας κάπου σκαλώνει, σχίστηκε.

Σκασίλα της. Μαλακία έκανε π΄ άφησε την πόρτα ανοιχτή.

Αν της είχε δώσει μια κλωτσιά και την έκλεινε καθώς πεταγότανε έξω! Αν... Θα καθυστερούσε ο κοντός που σίγουρα θα την πάρει στο κυνήγι.

Μα ότι είχε κάνει, αυτό ήταν...

Τώρα πια ένα της μένει να κάνει.

Να τρέχει ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα.

Και τρέχει η Στεφανία. Τρέχει.

Με την άκρη του ματιού της  ξεχωρίζει φάτσες ανθρώπων που πίσω από τα τζάμια  την κοιτούν ξαφνιασμένοι.

Της περνάει η ιδέα να ανοίξει έτσι τυχαία μια πόρτα κάποιου άλλου αυτοκινήτου και να χωθεί δίπλα σε κάποιον άγνωστο οδηγό.

Τι θα του έλεγε;

Όμως, αυτό να κάνει... Έπρεπε

Μα δεν το κάνει. Τόσο φοβισμένη!... Να φύγει -αυτό και μόνο αυτό!- θέλει.

Και περνά τρέχοντας ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα. Τα κορναρίσματα ουρλιάζουν μέσα στα αυτιά της...

Τρέχει προς το πεζοδρόμιο και -την ακούει ή ιδέα της ήταν;- τη φωνή που διέταζε  -«Μαλάκα! Πιάστην!»

Αυτός με το ξυρισμένο κεφάλι και το φίδι κάτω από το αυτί  -αυτός πρέπει να είχε φωνάξει.

Οι αποχρώσεις μιας φωνής μπορεί να διαφοροποιούνται - το ύφος της προτροπής, το στίγμα του εκφοβισμού... Πριν από μια περίπου ώρα αυτά. Τώρα η ίδια φωνή με τη βιαιότητα της διαταγής -«Μαλάκα! Πιάστην!»

Και βέβαια η μνήμη της αρμπαρόριζας.

Μα η Στεφανία φτάνει στο πεζοδρόμιο και ακολουθεί την πρώτη κάθετο που βρίσκεται μπροστά της.

Τρέχει η Στεφανία... Τρέχει.

Άγνωστη η γειτονιά που έχει βρεθεί.

Γκρίζα. Υγρή.

Λίγα μαγαζιά... Όπως τα περισσότερα στον πόλη, κλειστά. Σκουπίδια μαζεμένα έξω από τις εισόδους τους και ξεθωριασμένα από τις βροχές ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ και ΠΩΛΕΙΤΑΙ.

Ίδια βρωμιά και μπροστά από τις εξώπορτες των πολυκατοικιών -τσαλακωμένα φυλλάδια για πίτσες και σουβλάκια, καρτούλες με τηλέφωνα υδραυλικών, χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα, κουράδες σκυλιών.

Πεζοδρόμια χωρίς ρείθρα.

Σε μάντρες γκράφιτι που σου αγριεύουν την ψυχή -σκούρα  ή αιμάτινα χρώματα και γράμματα να εκπέμπουν με το σχήμα τους ακανόνιστα ατακτοποίητα συναισθήματα  -φόβο, θυμό, αγωνία. Μίσος ή θλίψη.

Διαβάτες ελάχιστοι. Και μόνο κάποιοι -λιγότεροι από τους μισούς- γυρνούν το κεφάλι για να δούνε μια Στεφανία  που δρασκελίζει τα πεζοδρόμια αγκομαχώντας.

Την παρατηρούνε. Αδιαφορούνε... Ένα σκυλί για ένα τετράγωνο την ακολουθεί γαυγίζοντας. Μετά κι αυτό αδιαφορεί. Να ‘το μασουλά κάποιο σκουπίδι.

Τρέχει πάντα η Στεφανία... Τρέχει.

Στην τύχη αποφασίζει τους δρόμους και τα στενά που διασχίζει.

Πάντα τρέχει.

Πάντα ο φόβος πως ο κοντός είναι από πίσω της -κάθε λίγο και λιγάκι στρέφει προς τα πίσω το κεφάλι και νομίζει πως πιάνει τη σκιά του να ετοιμάζεται να φανερωθεί από τη γωνία που μόλις εκείνη έχει προσπεράσει.

Ακούει - Άκουσε; Σα να άκουσε τη βραχνή φωνή του. Δεν ξεχωρίζει τι μπορεί να φώναξε.

Πάντα τρέχει η Στεφανία...  Τρέχει.

Στα ρουθούνια της κολλημένη η μυρωδιά της αρμπαρόριζας.

Πέφτει πάνω στη γριά που κουλουριασμένη  σε γωνιά ζητιανεύει.

Το πρόσωπο της μιας δίπλα στο πρόσωπο της άλλης.

Θολοί οι βολβοί στα μάτια της γυναίκας, θολό το βλέμμα και μια οσμή πολυκαιρισμένου ιδρώτα...

Η Στεφανία ανατριχιάσει.

«Τύφλα...» λέει η γριά.

Η Στεφανία ανασηκώνεται.

Τρέχει.

Να, τώρα, η είσοδος  μιας στάσης του Μετρό.

Ποια στάση;

Στάση;... Διέξοδος!

Τα σκαλιά μαυρισμένα από την απλυσιά, φαγωμένα από τα πατήματα πολλών ανθρώπων.

Στο πάνω - πάνω σκαλί ένα αγόρι ξαπλωμένο.

Η Στεφανία περνά ξυστά από δίπλα -όχι, δεν σκοντάφτει πάνω του.

Κατρακυλά τώρα, πηδά δυο, δυο τα σκαλιά.

Στην αποβάθρα -στην τύχη διαλέγει μια από τις δυο- σταματά. Η ανάσα της δύσκολη. Πονά καθώς ανασαίνει. Στο στήθος.

Μια μούχλα ξεχύνεται από το σκοτάδι της σήραγγας.

Η αρμπαρόριζα -επιτέλους- θα εξαφανιστεί.

Κοιτά η Στεφανία τριγύρω.

Μια γυναίκα πιο πέρα... Πιο πέρα δυο ηλικιωμένοι... Κανείς άλλος...

Κοιτά η Στεφανία προς την είσοδο.

Το τρεχαλητό του κοντού -καλά το ακούει;

Αλλά εκείνο που ακούγεται είναι ο θόρυβος της αμαξοστοιχίας που μπαίνει στον σταθμό.

Σταματούν τα βαγόνια.

Ανοίγουν οι πόρτες.

Βγαίνουν κάποιοι επιβάτες.

Μπαίνουν οι δυο ηλικιωμένοι... Η  γυναίκα... Μπαίνει η Στεφανία.

Αγκομαχά πάντα.

Μέσα στο βαγόνι κάποιοι ακόμα.

Δεν την προσέχουν.

Οι πόρτες κλείνουν.

Ο συρμός ξεκινά.

Στην αποβάθρα τώρα ο κοντός.

Λαχανιάζει. Ιδρωμένος.

Το βαγόνι της Στεφανίας περνά από μπροστά του.

Η Στεφανία τον βλέπει.

Αυτός την είδε;

 

 

 

©2017 www.kontoleon.gr All rights Reserved - Created by interneti.gr