Θανάσης Τριαρίδης
Ο εξόριστος, αληθινός χρόνος:
ο Μάνος Κοντολέων και η παιδική ηλικία
(Κείμενο ομιλίας που εκφωνήθηκε σε παιδιά και ενήλικες σε εκδήλωση για το συγγραφικό έργο του Μάνου Κοντολέων, στις 2 Απριλίου 2002, στο βιβλιοπωλείο "Ελευθερουδάκης", στη Θεσσαλονίκη)
Σκεφτόμουνα πως μπορεί κανείς να αρχίσει μια ομιλία για την παιδική ηλικία: δεν είμαι φιλόσοφος, ούτε παιδαγωγός, ούτε παιδοψυχολόγος, δεν έχω καμία επιστημονική ειδίκευση σε αυτό που ονομάζουμε "παιδικότητα"' έτσι οι απόπειρές μου να ανοίξω βιβλία και εγκυκλοπαίδειες και να απομονώσω μια φράση του Φρόιντ ή του Βίλχεμ Ράιχ ή του Γιούνγκ ή του Πιαζέ ή του Φιλιπ Αριές εγκαταλείφθηκαν (ευτυχώς) στο πρώτο ξεκίνημά τους. Στην συνέχεια προσπάθησα να βρω μια φράση σε κείμενα λογοτεχνών που αγαπώ' μα τα σπουδαία λογοτεχνήματα, όπως ξέρετε, όταν γυρεύεις από αυτά τη συγκεκριμένη φράση, σου την αρνούνται πεισματικά για να σου την ξαναχαρίσουν στην ανύποπτη ανάγνωση. Έτσι αποφάσισα να στηριχτώ στη μνήμη μου - υπάρχει μια (απλοϊκή είναι η αλήθεια) άποψη που λέει πως η μνήμη είναι το σουρωτήρι που ξεχωρίζει τα όσα μας συγκινούν πραγματικά. Θα σας φανεί παράξενο μα το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο νου ήταν ο τόσο γνωστός σε όλους μας στίχος του Σαββόπουλου: "Ζούμε μέσα σε ένα όνειρο που τρίζει, σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας, μα ο χρόνος ο αληθινός σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος...".
Είναι πολύ σπουδαίος τραγουδοποιός ο Διονύσης Σαββόπουλος (η γενιά μου μεγάλωσε με τα τραγούδια του) μα εγώ πιστεύω πως είναι ακόμη σπουδαιότερος ποιητής. Πιστεύω πως τούτο το σκοτεινά αινιγματικό τετράστιχο δίνει έναν απρόσμενα καίριο όσο και ανοιχτό ορισμό για την παιδική ηλικία: είναι ο αληθινός μα εξόριστος χρόνος μέσα στο ό,τι νομίζουμε πως ζούμε, σ' αυτό το μεγάλο όνειρο που τρίζει σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας.
Αναζητώντας τούτο τον εξόριστο αληθινό χρόνο ο άνθρωπος έφτασε σε ορισμένες από τις πιο ψηλές κορυφές του πολιτισμού του. Αυτόν τον χρόνο δεν θέλησε να ξανακερδίσει ο Μαρσέλ Προυστ τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του γράφοντας ακόμη και ξαπλωμένος στο εν τέλει νεκρικό κρεβάτι του; Αυτός ο χρόνος δεν είναι ο μακρινός πλανήτης του σπαρακτικού μικρού πρίγκιπα στον οποίο πρέπει να επιστρέψει, έστω και μέσα απ' τον θάνατο, προκειμένου να ποτίσει το τριαντάφυλλο του; Αυτόν τον χρόνο δεν προσπάθησε να δει ο Αντρέι Ταρκόφσκι στον "Καθρέφτη" του; Μα και οι δυο πιο ακραίοι ήρωες του 19ου αιώνα, ο Γιάννης Αγιάννης και ο πρίγκιπας Μίσκιν μήπως τελικά αποτελούν (ο καθένας με τον τρόπο του) μια πεισματική άρνηση εξόδου από την παιδική ηλικία; Είναι φορές που τούτη η άρνηση εξόδου γίνεται μια απάντηση στον θάνατο, είτε διαβάζουμε τον "Μεγάλο Μολν" του Φουριέ, είτε την υπέροχη "Ερόικα" του Κοσμά Πολίτη... Θυμηθείτε τον τρόπο που ένα μικρό ετοιμοθάνατο από το κρύο κορίτσι του Άντερσεν ανάβει τα σπίρτα ψάχνοντας στις φλόγες τους τον αληθινό χρόνο ή το πώς χάνεται ο μολυβένιος στρατιώτης στη φωτιά μαζί με την πουπουλένια χορεύτρια' "ονειρεύτηκες ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις μη γνωρίζοντας πια Ερινύες" γράφει ο ογδοντάχρονος Ελύτης προετοιμάζοντας τον δικό του θάνατο.
Η παιδική ηλικία οιστρηλάτησε την παγκόσμια λογοτεχνία και συνάμα σημαδεύτηκε από αυτήν. Δεν είναι ανάγκη να σας μιλήσω για συγγραφείς σαν τους Γκριμ, τον Άντερσεν, τον Βερν, τον Δουμά, τον Ουάιλντ, τον Σεν Εξυπερί (ο κατάλογος δεν έχει τέλος), συγγραφείς που θα στοιχειώνουν τα παιδικά μας όνειρα μέχρι το τέλος, μπορώ όμως να σας πω πως ο κόσμος σήμερα ίσως να ήταν διαφορετικός αν πριν εικοσιτρείς αιώνες ο νεαρός Αλέξανδρος δεν διάβαζε την Ιλιάδα, βλέποντας πίσω από τις γραμμές της δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας' μιλώ για τον τρόπο που εγγράφονται τα παραμύθια στις καρδιές μας και μας ταξιδεύουν στον κόσμο όπου τα όνειρα λαβαίνουν εκδίκηση, στον κόσμο όπου ο Μιχαήλ Στρογκώφ στέκεται ορθός απέναντι στον Ιβάν Ογκάρεφ, ο Ενδμόνδος Νταντές γίνεται Κόμης Μοντεχρίστος κι ο πλοίαρχος Νέμο αφήνει ένα τεράστιο μαργαριτάρι στη χούφτα ενός Ινδού ψαρά...
Σε τούτο τον εξόριστο μα αληθινό χρόνο της παιδικής ηλικίας αφιέρωσε αμφίπλευρα το συγγραφικό του έργο ο Μάνος Κοντολέων. Εξηγώ την λέξη αμφίπλευρα: τριάντα από τα περίπου σαράντα βιβλία που έχει γράψει μέχρι σήμερα ανήκουν σε αυτό που ονομάζεται παιδική λογοτεχνία. Μα και τα δέκα (αν τα μετρώ σωστά) πεζογραφικά του βιβλία που απευθύνονται σε ενήλικες αναφέρονται ευθέως στα αινίγματα (δηλαδή: στις απορίες, τα τραύματα, τις σκοτεινές λάμψεις) της παιδικής ηλικίας, στην αγωνιώδη αναζήτηση της ανθρώπινης ταυτότητας, σεξουαλικής, υπαρξιακής, θεολογικής ή κάθε άλλης.
Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για το συνολικό έργο του Κοντολέων: παρόλο που από δεκαετίες τα βιβλία του αγαπήθηκαν από κοινό, επαινέθηκαν από την κριτική, βραβεύτηκαν και μεταφράστηκαν, είναι ένας συγγραφέας που δεν κατατάσσεται: από τους περισσότερους θεωρείται ως εισηγητής του εφηβικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα, πολλοί τον γνωρίζουν ως συγγραφέα παιδικών παραμυθιών, ενώ όσοι αγαπούν τα λεγόμενα ενήλικα βιβλία του συνήθως προσπερνούν την δουλειά του στον χώρο της παιδικής λογοτεχνίας. Αυτό, παρόλο που δείχνει την ανώριμη συνήθειά μας να θέλουμε να βάλουμε τους συγγραφείς σε ένα καλούπι (αλήθεια, πού κατατάσσουμε τον Ουάιλντ ή τον Σεν Εξιπερί;), έχω την αίσθηση πως του βγαίνει σε καλό: ο Κοντολέων καθώς επικοινωνεί με διαφορετικές κατηγορίες κοινού μέσα από διαφορετικά πεζογραφικά είδη αποδεικνύεται πως έχει την δυνατότητα να διαλέγεται με τις πολλές αναγνωστικές εκδοχές που επιχειρεί στο ίδιο θέμα.
Ένα χαρακτηριστικό του συγγραφέα Μάνου Κοντολέων είναι το διαρκές άνοιγμα της γραφής του σε κάθε λογής πειραματισμούς της πεζογραφικής φόρμας' συνήθως ξεχωρίζουμε τους συγγραφείς από την φόρμα των κειμένων τους, από το ύφος και τη γλώσσα που χρησιμοποιούν. Ο Κοντολέων κατά τρόπο παράδοξο γίνεται αμέσως αντιληπτός από την θεματογραφία του' έχει μια απόλυτη εμμονή με ένα θέμα, το οποίο σε κάθε βιβλίο του το ξαναγράφει μέσα από μια νέα ιστορία και από διαφορετική φόρμα. Ποιο είναι το θέμα αυτό: η αγωνία του ανθρώπου να βρει την ταυτότητά του, να υπάρξει μέσα από αυτήν, να νικήσει διά της ζωής (του έρωτα, της δημιουργίας, της τέχνης, του πνευματικού ταξιδιού) τον θάνατο. Για τον Κοντολέων τούτη η αγωνία δεν είναι τίποτε άλλο από μια διαρκή παιδική ηλικία, σκοτεινή και ακατάληπτη, γεμάτη χυμούς ζωής και σκιάγμα θανάτου.
Χρειάζεται κανείς να διαβάσει την "Ιστορία Ευνούχου", το τελευταίο μέχρι σήμερα μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων, για να καταλάβει τι εννοώ. Σε τούτο το βιβλίο ο Έλενος ευνουχίζεται από την εξουσία προκειμένου να την υπηρετήσει πιστά: στην ουσία αυτοί που ακρωτηριάζουν την φύση του ακρωτηριάζουν την παιδική του ηλικία. Ο Έλενος μπορεί πλέον να κυβερνήσει την ζωή των ανθρώπων, να χειραγωγήσει ψυχές και να τις πεταλώσει, να σκοτώσει ανθρώπους και να κάψει ιδέες. Όταν θα προσπαθήσει να κερδίσει την ακρωτηριασμένη παιδική του ηλικία, δοσμένος σε έναν ατελέσφορο έρωτα με την βασίλισσα Ονορίνα, τότε οι ίδιοι οι υπηρέτες του θα τον σκοτώσουν με τις βελόνες.
Δεν μπορεί κανείς να πει σε ποιο πεζογραφικό είδος ανήκει η "Ιστορία Ευνούχου", αν είναι, δηλαδή, παραμύθι για ενήλικες, παραβολή, φιλοσοφική αλληγορία, μυθιστόρημα ιδεών ή φανταστική διήγηση, ξέρω όμως πως αποτελεί αναμφίβολα ένα γραμματολογικό επίτευγμα για την πεζογραφία μας των δύο τελευταίων δεκαετιών (την άποψη αυτή την διατύπωσε πρώτη η Άλκηστη Σουλογιάννη στο περιοδικό Διαβάζω - τεύχος 416, Μάρτιος 2001). Είναι ένα βιβλίο - κατά την εκτίμησή μου, το κορυφαίο του Κοντολέων μέχρι σήμερα - που ζυγίζεται θαυμαστά ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, το παρελθόν και το παρόν, ανάμεσα στον αιώνιο ορθό λόγο και στην ανεξέλεγκτη φλόγα του παράφορου πάθους' στο πρόσωπο του Έλενου συνυπάρχουν η ολέθρια αταραξία της εξουσίας και ο τραγικός σπασμός του έρωτα' οι μνήμες της ρημαγμένης παιδικής ηλικίας γίνονται δρόμος προς τον έρωτα και τον θάνατο - μα και το κέρδισμα της αληθινής ζωής.
Σας μίλησα πριν για το μοίρασμά του Κοντολέων ανάμεσα στην παιδική λογοτεχνία και την λογοτεχνία για ενήλικες: άραγε ποια είναι τα όρια ανάμεσά στα δύο είδη; Δέχομαι την κατηγοριοποίηση για λόγους αναγνωστικού προσανατολισμού μα πέραν αυτού έχω αρκετές ενστάσεις: μήπως κατ' ουσίαν τούτος ο διαχωρισμός είναι πλασματικός - εν τέλει αδιέξοδος; Άραγε πού ανήκουν ο "Ροβινσόνας Κρούσος", το "Νησί των Θησαυρών", ο "Ιβανόης", οι "Τρεις Σωματοφύλακες" και η "Μυστηριώδης Νήσος"; Και γιατί αφορούν μόνο τα παιδιά τα παραμύθια του Άντερσεν και του Ουάιλντ ή (για να έρθω στους σύγχρονους) ο Φίλιπ Πούλμαν;
Έχω την αίσθηση πως σε ολόκληρο το έργο του ο Κοντολέων προσπαθεί να πείσει για κάτι που θα έπρεπε να θεωρούνταν αυτονόητο: πως η λογοτεχνία για παιδιά είναι λειτουργικό και αχώριστο κομμάτι του συνόλου της λογοτεχνίας. Στα παραμύθια που έγραψε από τον "Φωκίων που ήταν ελάφι" και το "Κάποτε στην Ποντικούπολη" μέχρι τον "Χιονάνθρωπο που δεν ήθελε να λιώσει" και μέχρι την "Ιστορία του σκύλου Θα Δείξει", βλέπουμε την ίδια εμμονή που αποτελεί την κύριο άξονα της "Ιστορίας Ευνούχου" ή του "Αποφάσισα να σκοτώσω τον Ερμόλαο" να έρχεται και επαναδιατυπώνεται ξανά και ξανά: η αναζήτηση της ταυτότητας, το αδιάκοπο αίτημα να αποφασίζει ο κάθε άνθρωπος ο ίδιος την ταυτότητά του κι όχι μια φαιά, κόκκινη ή πολύχρωμη εξουσία. Πέρα από τις δικές του αφηγήσεις, ο Κοντολέων ξαναέγραψε πέντε λαϊκά παραμύθια στα "Σιδερένια παπούτσια", μετέγραψε σε παραμύθια αρχαίες ελληνικές τραγωδίες στα "Πέτρινα καθίσματα" και ξεκίνησε τη σειρά "Η Υφήλιος των Παραμυθιών" με τον πρώτο τόμο να αναφέρεται στους μύθους της Ασίας - κι όλα αυτά κάτι σημαίνουν για τον τρόπο που βλέπει την λειτουργία του παραμυθιού στην ανθρώπινη ζωή. Παράλληλα έγραψε δέκα (και πάλι αν τα μετρώ σωστά) πεζογραφικά βιβλία που απευθύνονται σε εφήβους, επιλέγοντας μια ιδιαίτερα αιχμηρή θεματογραφία που αναφέρεται σε σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα του δυτικού κόσμου, όπως το διαζύγιο των γονιών, τα ναρκωτικά, το έιτζ, η ρατσιστική πρόσληψη της ομοφυλοφιλίας, η αυτοκτονία, η σχέση των εφήβων με την τέχνη. Δεν είναι τυχαίο πως αυτά τα βιβλία γνώρισαν την μεγαλύτερη επιτυχία: αλλεπάλληλες εκδόσεις, τηλεοπτικές μεταφορές, ελληνικές και διεθνείς διακρίσεις και τρία από αυτά ("Οι δυο του κι άλλοι δυο", "Η γεύση πικραμύγδαλου" και "Η μάσκα στο φεγγάρι") μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν στο εξωτερικό. Έχω την αίσθηση πως τούτα τα βιβλία του στάθηκαν για τους έλληνες εφήβους αναγνώστες της δεκαετίας του '90 κάτι αντίστοιχο με τα βιβλία του Λουντέμη, της Άλκης Ζέη και της Ζορζ Σαρρή στις δεκαετίες του '60 και του '70 . Και πραγματικά αδυνατώ να καταλάβω με ποια λογική βιβλία σαν "Το ένα παιδί μετράει τα άστρα", το "Το καπλάνι της βιτρίνας" ή το "Όταν ο ήλιος" ή το "Μάσκα στο φεγγάρι" εξορίζονται από το σώμα της κύριας λογοτεχνικής παραγωγής με το επιχείρημα ότι απευθύνονται σε παιδιά κι εφήβους' και ποιος το αποφάσισε πως απευθύνονται μόνο σε παιδιά κι εφήβους;
Μίλησα για τις δύο αδελφές που συντρόφεψαν τα εφηβικά όνειρα της γενιάς μου (και θα συντροφεύουν, ελπίζω, και τις επόμενες) και σκέφτομαι πόσο υποτιμημένοι ήσαν όσοι καταγίνονταν με λογοτεχνία για παιδιά πριν από αυτές. Όσοι έγραφαν το έκαναν ως πάρεργο κι ήταν τρελοί σαν τον Βιζυηνό και μελαγχολικοί σαν τον Παπαντωνίου' ο Ξενόπουλος χαρακτηρίστηκε πολυπράγμονας και σνομπαρίστηκε ως προχειρογράφος - ακόμα και το έργο της Δέλτα ή του Λουντέμη αντιμετωπίστηκαν και αντιμετωπίζονται από ως παρένθεση. Δεν έχω την διαθέσει να παραστήσω τον ιστορικό της λογοτεχνίας, ούτε έχω τέτοιες γνώσεις, έχω όμως την εντύπωση πως τις τρεις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα κάποιοι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού συγγραφείς άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε την λογοτεχνία που γράφεται για παιδιά αλλά εν τέλει δεν απευθύνεται μόνο σε αυτά, στην ουσία την αποκατέστησαν ως γραμματολογικό είδος, ανοίγοντας την δρόμο για αυτούς που ακολούθησαν - και δεν είναι λίγοι...
Για τον Κοντολέων η παιδική ηλικία είναι ένας λαβύρινθος και ένας χάρτης - και τούτο δεν είναι λογοπαίγνιο. Ίσως το πιο αποκαλυπτικό βιβλίο τούτης της τάσης του να είναι ο "Δομήνικος" που κυκλοφόρησε το 1990 - άραγε μυθιστόρημα για παιδιά, νουβέλα για εφήβους ή μήπως αλληγορία για ενήλικες; Ακουμπώντας φανερά στο πρότυπο της "Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων" ένα αγόρι ταξιδεύει σε μια αντίστοιχα θαυματουργή χώρα προκειμένου να βρει το γιατρικό για τον ετοιμοθάνατο πατέρα του - δηλαδή με ένα ταξίδι προσπαθεί να νικήσει τον θάνατο. Η χώρα που ταξιδεύει είναι η ίδια του η ψυχή, ο εξόριστος αληθινός χρόνος της παιδικής του ηλικίας που για να τον κερδίσει οφείλει να ξεπεράσει τον φόβο, να συμφιλιωθεί με τους γλωσσοδέτες, να απαντήσει στα αινίγματα με αινίγματα. Στο τέλος αυτού του μαγικού βιβλίου που διαβάζεται σαν ένας αναγραμματισμός του κόσμου, θα γυρίσει στον άρρωστο πατέρα του δίχως γιατρικό μα με την δυνατότητα να τον φιλήσει και να τον γιατρέψει για πάντα.
Υπάρχουν δύο βιβλία του Κοντολέων που εγώ τα λογαριάζω για ένα: είναι η "Μαγική Μητέρα" και οι "Ερωτικές Ιστορίες μιας Παιδικής Ηλικίας"' εκδίδονται και τα δύο την ίδια χρονιά (το 1992) και από τον ίδιο τον συγγραφέα τους το πρώτο χαρακτηρίζεται βιβλίο για εφήβους, ενώ το δεύτερο βιβλίο για ενήλικες. Αυτά τα δύο βιβλία καταδεικνύουν πόσο σχετικά και ακαθόριστά είναι τα όρια ανάμεσα στα γραμματολογικά είδη' δείχνουν ακόμη και πόσο αμήχανα αισθάνεται ο ίδιος ο Κοντολέων όταν είναι υποχρεωμένος να το κάνει. Θα σας πω πως θεωρώ τα έντεκα αφηγήματα που συνολικά περιέχονται σε αυτά τα δύο βιβλία πραγματικά διαμάντια του νεοελληνικού πεζού λόγου των τελευταίων δεκαετιών - και κυριολεκτώ. Είναι κείμενα που σχηματίζουν ομόκεντρους κύκλους γύρω από αυτό που ο Κοντολέων θεωρεί καρδιά της παιδικής ηλικίας: την παράφορη διακινδύνευση που προϋποθέτει ο έρωτας και η ζωή. Διαβάζοντας αφηγήματα όπως το "Αίμα για αργότερα", το "Κυπαρίσσι", το "Αφρικάνικο βιολί", η "Μαγική μητέρα", στο νου μου έρχεται μια φράση που την ανέφερα και προηγουμένως: ηδονικό σκιάγμα θανάτου. Συχωρείστε μου τον νεολογισμό μα νιώθω πως τούτη η λέξη σκιάγμα εκφράζει απόλυτα την αναγνωστική μου αίσθηση: μέσα σε μια κατάφωτη παιδική ηλικία ο θάνατος έρχεται πανέμορφος επισκέπτης, έλκει ακαταμάχητα και φοβίζει, μεταμορφώνει τον κόσμο, σημαδεύει το πρόσωπο ως σκιάγμα, τραύμα και δώρο συνάμα.
Θα μείνω για λίγο ακόμη σε αυτά τα δύο βιβλία που νιώθω πως αποτελούν το κλειδί του συγγραφικού έργου του Κοντολέων για να σας μιλήσω για δυο σημεία που πιστεύω πως ο εξόριστος αληθινός χρόνος της παιδικής ηλικίας ξανακερδίζεται οριστικά. Στο "Αφρικάνικο βιολί" τα παιδιά γίνονται κοινωνοί μιας ακραίας και ολέθριας αγάπης: σε ένα παράξενο σπίτι κατοικούν δύο δίδυμα αδέλφια, μια λευκή πανέμορφη κοπέλα ("πλασμένη από αλεύρι, γάλα και ζάχαρη") και ο μαύρος αδελφός της που τα βράδια θρηνεί τραγουδώντας τον απαγορευμένο έρωτά του για την ίδια του την αδελφή. Όταν έρθει ένας ξανθός πανέμορφος ταχυδρόμος που φορά μεσαιωνικά δαχτυλίδια στα δάχτυλά του (ίσως ο ίδιος ο θάνατος), η αδελφή θα τυφλωθεί από την όψη του και θα φύγει μαζί του, ενώ ο αδελφός της θα κλειστεί στο σπίτι για να αυτοπυρποληθεί μερικά βράδια αργότερα. Η σκηνή της αυτοπυρπόλησης περιγράφεται μέσα από το όνειρο ενός φίλου του αφηγητή: μέσα στις καθαρτήριες φλόγες τα χέρια και το κεφάλι του άντρα μένουν μαύρα ("στο χρώμα της λιωμένης σοκολάτας") μα το υπόλοιπο κορμί του γίνεται από αλεύρι, γάλα και ζάχαρη, σαν το σώμα της αδελφής του. Τούτη η μεταμόρφωση γίνεται ορίζεται από την λαχτάρα των παιδιών, συντελείται πρωτίστως στο όνειρό τους, μέσα τους, ενδεχομένως μόνο εκεί...
Στο "Αίμα για αργότερα" η παρέα των αγοριών φυλάγει στις τσέπες τα βατόμουρα (το "αίμα") για αργότερα. Για δυο συνεχόμενες μέρες, όταν μπαίνουν στην θάλασσα βλέπουν μια παράξενη εικόνα, κάτι σαν όνειρο: ένα αλλόκοτο αγόρι, πανέμορφο, ντυμένο με ένα μαύρο πανί (άραγε άγγελος ή μήπως και πάλι ο θάνατος;). Την τρίτη μέρα τους περιμένει ολόγυμνος πάνω στον βράχο - το σώμα του "μια λευκή σπαθιά πάνω στο μαύρο της πέτρας". Ο παράξενος επισκέπτης πλησιάζει τα αγόρια, τα αγκαλιάζει και ενώνεται μαζί τους' τα αγόρια γυρεύουν με το στόμα κάτι από την σάρκα του' θηλάζουν μια στάλα από το αίμα του. Την ίδια ώρα η τρελή γριά Σαρακίνα μπαίνει μέσα στο νερό και χάνεται για πάντα... Η σεξουαλική ένωση, η θυσία και ο θάνατος σμίγουν στον ίδιο χρόνο στην ίδια ακροθαλασσιά μέσα σε μια αιώνια παιδική ηλικία.
Σας έφερα τα δύο αυτά παραδείγματα για να σας πω πως για τον Μάνο Κοντολέων η παιδική ηλικία είναι ο τρόπος αντίληψης του κόσμου' ή ένα φίλτρο που μεταμορφώνει τον κόσμο, διαστέλλει τον χρόνο, καταργεί την ύλη και δοξάζει την μάταιη αιωνιότητα των ανθρώπινων αινιγμάτων. Σε όσα έχει γράψει μέχρι τώρα ο Κοντολέων (και έχω την αίσθηση πως και σε όσα γράψει στην συνέχεια) νιώθω πως δεν θα εγκαταλείψει την παιδική ηλικία ως αφετηρία της φαντασίας του και ως κατάληξη του στοχασμού του. Ως πρόταση ζωής και ως εμπειρία υποδοχής του θανάτου.
Άραγε μπορεί τι σημαίνει η παιδική ηλικία σήμερα για τον ενήλικο άνθρωπο μέσα σε μικρόψυχα κορεσμένους καιρούς; "Αφήστε τα παιδιά να έρθουν κοντά μου", λένε πως ζήτησε εκείνος που πριν δυο χιλιετίες άλλαξε τον ρου της ιστορίας, "σας λέω πως αν δεν αποκτήσετε καρδιά σαν ετούτων των παιδιών ποτέ δεν θα αγγίξετε την βασιλεία των ουρανών". Για κείνον τον Ναζωραίο μοιάζει βεβαιότητα: η παιδική ηλικία είναι ο δρόμος της σωτηρίας. Πρόσφατα έτυχε να δω ξανά το τελευταίο έργο των χεριών του Ραφαήλ Σάντσιο, καμωμένο λίγο πριν τον θάνατό του στα τριανταεφτά του χρόνια, την "Μεταμόρφωση" που σήμερα βρίσκεται την Πινακοθήκη του Βατικανού. Αναζητήστε μια αναπαραγωγή τούτου του πίνακα και δείτε πώς το βλέμμα του επιληπτικού παιδιού μεταμορφώνει τον Ιησού και σώζει τον κόσμο' ή για να το πω αλλιώς: δείτε το πώς η παιδική ηλικία αποκαλύπτει τον Θεό.
Έξι αιώνες πρωτύτερα από τον Ιησού και εικοσιέξι αιώνες πριν από τον καιρό μας στην Έφεσο της Μικράς Ασίας έζησε ένας αλλόκοτος φιλόσοφος που οι σύγχρονοι του τον λογάριαζαν για τρελό και που στο τέλος της ζωής του λέγεται πως έπαψε να μιλάει με τους ανθρώπους και ανέβαινε στον λόφο για να παίξει με τα παιδιά' ο θρύλος λέει πως πέθανε σε μια γούβα του λόφου ενώ τα παιδιά γύρω του συνέχιζαν το παιχνίδι τους. Ήταν ο Ηράκλειτος, αυτός που ολόκληρη η αρχαιότητα γνώριζε με το επίθετο Σκοτεινός' όσοι ξέρουν λένε πως πάνω στις σκοτεινές φράσεις ετούτου του ανθρώπου στηρίχτηκε η παγκόσμια φιλοσοφία. Δεν ξέρω τούτο το παιχνίδι του γέροντα Ηράκλειτου με τα παιδιά σήμαινε την απελπισμένη προσπάθειά του να ξανακερδίσει την παιδική ηλικία, όμως διαβάζω ένα δικό του απόσπασμα που λέει: "αιών εστί παις παίζων, πεσσεύον' παιδός η βασιληίη", δηλαδή "ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει με πεσσούς' σε τούτο το παιδί ανήκει η βασιλεία".
"Μα ο χρόνος ο αληθινός είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός". Μετά από ασκήσεις πίστης σε αρκετές ιδεολογίες, συγκεκριμένες και ασαφείς, άρχισα να καταλήγω: η παιδική ηλικία είναι η μόνη αλήθεια που δεν προδίδει μα ανασταίνει, η μόνη αλήθεια που δεν εξοντώνει τους ανθρώπους σε φωτιές και πολέμους. Ναι, η παιδική ηλικία είναι η πρώτη πατρίδα όλων των ανθρώπων, η μόνη ουτοπία που δεν οδηγεί σε βωμούς θυσιαστηρίων, ο αχάλαστος κρίκος που μας ενώνει με τους άλλους, τώρα και πάντα.
Φυσικά όλες οι εξουσίες που πολεμούν τον άνθρωπο (γιατί αυτό κάνουν οι εξουσίες: πολεμούν τους ανθρώπους) θέλουν να καταστρέψουν την παιδική ηλικία: τα παιδιά στο Ιράκ τα τελευταία δέκα χρόνια γεννιούνται νεκρά ή παραμορφωμένα από το δολοφονικό εμπάργκο που επιβάλλει ο Ο.Η.Ε., τα παιδιά ολόκληρου του κόσμου πεθαίνουν από την πείνα, την δίψα, την φτώχεια, τους πολέμους, την ραδιενέργεια. Στην Ελλάδα τα παιδιά των τσιγγάνων που μεγαλώνουν στους μαχαλάδες πεθαίνουν από το κρύο και θερίζονται από τις επιδημίες, το ίδιο τα παιδιά των μεταναστών που στοιβάζονται στα γκέτο των πόλεων. Μα και στον φαινομενικά προστατευμένο δυτικό κόσμο η παιδική ηλικία υφαρπάζεται και χειραγωγείται μέσα από έναν νέο ολοκληρωτισμό που επιβάλει την προεπιλεγμένη επιθυμία και την προαποφασισμένη ανάγκη.
Σε τούτο τον ολοκληρωτισμό η λογοτεχνία αποτελεί ίσως το τελευταίο μα σίγουρα απόρθητο κάστρο αντίστασης. Για λογαριασμό δικό μας και για λογαριασμό όλων των ανθρώπων της γης παλιές και καινούριες ιστορίες, αφηγήσεις, στίχοι και παραμύθια θα διασώζουν την παιδική ηλικία που κάποιοι μας κλέβουν, θα την διαφυλάξουν ανάμεσα στις λέξεις, σκοτεινή και ακατάληπτη, μήτρα αιώνιων ερώτων και αιώνιων αινιγμάτων. Όσο οι άνθρωποι θα διαβάζουν και θα δακρύζουν, είναι βέβαιο πως καμιά εξουσία δεν θα μπορέσει να νικήσει το παγωμένο μα χαμογελαστό κορίτσι με τα σπίρτα ή το αηδόνι που βάφει με το αίμα του το τριαντάφυλλο...
Με άλλα λόγια: όσο υπάρχουν μικροί πρίγκιπες και μαγικές μητέρες, υπάρχει ελπίδα.